Onlain bookmaker bet365.com - the best bokie

Τροπολογία για την αναδιοργάνωση της διαδικασίας μεσολάβησης και διαιτησίας

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «Κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου Επείγουσα ρύθμιση για την αναπλήρωση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων λόγω πρόωρης λήξης της θητείας του» (Α” 136) και άλλες διατάξεις»

Με τη προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση αναδιοργανώνεται η διαδικασία μεσολάβησης και διαιτησίας. Ειδικότερα:

Με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου αντικαθίστανται οι παράγραφοι 4 και 6 α του άρθρου 15 του Ν. 1876/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο το άρθρο 14 του Ν.3899/2010 (ΦΕΚ Α 212 17.12.2010). Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ενδυναμώνεται η συμβολή της μεσολάβησης στις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις με την αιτιολογημένη αλλά μη δεσμευτική πρόταση μεσολάβησης της οποίας περιγράφεται το περιεχόμενο κατά τρόπο γενικό, ώστε να διευκολύνεται η σύγκλιση των απόψεων των μερών.

Με το άρθρο του παρόντος νομοσχεδίου επαναφέρονται σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 16 ν. 1876/1990, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο 14 ν. 3899/2010, με σημαντικές βελτιώσεις και σύμφωνα με την υπ” αριθ. 2307/2014 απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ και αντικαθίστανται με την παράγραφο 3 του παρόντος ως εξής:

Συγκεκριμένα, με το τροποποιημένο με την παρ. 3 του παρόντος άρθρο 16 ν. 1876/1990, επαναφέρεται η παράγραφος 1, που ορίζει ότι προσφυγή στη διαιτησία μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με συμφωνία των μερών. Στην παράγραφο 2 διατηρείται το δικαίωμα για μονομερή προσφυγή στη διαιτησία από οποιοδήποτε μέρος, εφόσον το άλλο μέρος αρνήθηκε τη μεσολάβηση, καθώς και από οποιοδήποτε μέρος μετά τη υποβολή της πρότασης μεσολάβησης. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 επαναφέρονται με φραστικές βελτιώσεις στις νέες παραγράφους με αριθμούς 3, 4 και 5. Στην παράγραφο 5 έχουν ενσωματωθεί για λόγους ενότητας και οι διατάξεις της παραγράφου 3 της ΠΥΣ 6/2012, που αναφέρονταν στην τεκμηρίωση της διαιτητικής απόφασης. Στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι η διαιτητική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία σχετικά με τους όρους, που τίθενται με αυτήν. Στη διαιτησία, που διενεργείται στα πλαίσια του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.ΜΕ.Δ.), οι διαιτητές ήταν ήδη υποχρεωμένοι από τον Κανονισμό Καταστάσεως των Μεσολαβητών και Διαιτητών (Απόφαση Υπουργού Εργασίας 96826 της 25.9/14.10.91 ΦΕΚ ΒΛ 842) «να εκδίδουν πλήρως αιτιολογημένες και επιστημονικά τεκμηριωμένες αποφάσεις». Πρόκειται για αυτονόητη υποχρέωση, απαραίτητη όχι μόνο για το νομικό αλλά και για το ηθικό κύρος της διαιτητικής απόφασης, που καλείται να εξυπηρετήσει αντίθετα οικονομικά συμφέροντα και πριν απ” όλα πρέπει να πείθει για την αμεροληψία και την αντικειμενικότητά της. Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 η υποχρέωση αιτιολόγησης γίνεται σαφέστερη και συγκεκριμένη. Οι διαιτητικές αποφάσεις πρέπει λοιπόν να περιέχουν πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπαγόμενων σ” αυτές εργοδοτών και εργαζομένων και των δεσμευόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων. Με δεδομένο ότι οι διαιτητικές αποφάσεις καθορίζουν ελάχιστα όρια αποδοχών, είναι εύλογο να υπάρχει τεκμηρίωση στην αιτιολογία της διαιτητικής απόφασης, από την οποία να προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη, εκτός των άλλων στοιχείων, και η οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων προκειμένου να χορηγηθούν πάσης φύσεως παροχές, όπως επιβάλλεται από την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου. Επειδή η πληρότητα της αιτιολογίας ανήκει στην νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης, διευκρινίζεται ότι ελέγχεται από τα Δικαστήρια, που είναι αρμόδια να ελέγξουν το κύρος της διαιτητικής απόφασης. Με την ίδια παράγραφο 6 θεραπεύεται επίσης μια ακαταστασία και ασάφεια που παρατηρείται τις περισσότερες φορές στις διαιτητικές αποφάσεις, αλλά και στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που παραπέμπουν στις διατάξεις άλλων συλλογικών ρυθμίσεων, προκειμένου να καθορίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζομένων. Έτσι οι ενδιαφερόμενοι, αλλά και οι ερμηνευτές του Δικαίου, είναι υποχρεωμένοι να αναζητούν κάθε φορά διάφορα κείμενα, πολλές φορές δυσεύρετα, και να προσπαθούν να τα συνδυάσουν προκειμένου να διαπιστώσουν ποιο είναι το πλέγμα των διατάξεων, που ρυθμίζει συγκεκριμένη έννομη σχέση. Με την ίδια παράγραφο 6, ενώ δεν τίθεται κανένας περιορισμός στους διαιτητές να αναφερθούν σε παλαιότερες ή παράλληλες ρυθμίσεις, για λόγους ασφάλειας Δικαίου, οφείλουν να αντιγράψουν στις αποφάσεις τους τις διατάξεις άλλων ρυθμίσεων, που θέλουν να ενσωματώσουν στη δική τους ρύθμιση.

Με αυτόν τον τρόπο θα επιφέρουν και τις φραστικές ή άλλες προσαρμογές, που θα έχουν γίνει αναγκαίες λόγω αλλαγής συνθηκών, πράγμα που δεν μπορούν να επιχειρήσουν οι ιδιωτικές κωδικοποιήσεις, οι οποίες άλλωστε δεν δημιουργούν δίκαιο. Επομένως, δεν θα ισχύουν διατάξεις άλλων συλλογικών ρυθμίσεων, που δεν περιλαμβάνονται αυτούσιες σε διαιτητική απόφαση. Με τις παραγράφους 7-9 επαναφέρεται κατά βάση το προγενέστερο Δίκαιο.

Μετά το άρθρο 16 ν. 1876/1990, εισάγεται νέο άρθρο 16Α, με το οποίο ρυθμίζεται η άσκηση έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης. Η σοβαρότητα και οι επιπτώσεις μιας διαιτητικής απόφασης επιβάλλουν μια δεύτερη κρίση. Όταν υπάρχει δικαίωμα έφεσης για τις δικαστικές αποφάσεις, που εκδίδονται από αμερόληπτους ισόβιους δικαστές, δεν δικαιολογείται να μην υπάρχει δεύτερος βαθμός κρίσης για τις διαιτητικές αποφάσεις. Με το άρθρο 16Α ρυθμίζονται όλα τα σχετικά ζητήματα, με τρόπο που εξασφαλίζεται αμεροληψία αλλά και ταχύτητα της δευτεροβάθμιας κρίσης. Έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για να εξαλειφθούν τα μειονεκτήματα της διαιτητικής λειτουργίας, που επανειλημμένα είχαν επισημανθεί στο παρελθόν.

Μετά το νέο άρθρο 16Α εισάγεται το επίσης νέο άρθρο 16Β με το οποίο ορίζεται ο Δικαστικός έλεγχος των διαιτητικών αποφάσεων.
Τέλος, η ισχύς του παρόντος άρχεται από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για τυχόν προσφυγές που έχουν κατατεθεί στον Ο.ΜΕ.Δ και μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί απόφαση διαιτησίας εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο για λόγους ίσης αντιμετώπισης και ισότητας απέναντι στο νόμο και ως προς τα ευεργετήματα του που κυρίως αφορά τη δημιουργία β” βαθμού κρίσης των διαιτητικών αποφάσεων. Το ίδιο θα ισχύει και για τυχόν αποφάσεις διαιτησίας που έχουν κοινοποιηθεί στα μέρη μετά την δημοσίευση της υπ” αρ. 2307/2014 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ.

Αθήνα, 10-10-2014

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «Κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Επείγουσα ρύθμιση για την αναπλήρωση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων λόγω πρόωρης λήξης της θητείας του» (Α” 136) και άλλες διατάξεις»

Διαδικαστικά Ζητήματα μεσολάβησης και διαιτησίας συλλογικών διαφορών εργασίας

1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 15 του Ν.1876/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο το άρθρο 14 του Ν.3899/2010 (ΦΕΚ Α 212 17.12.2010) αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Ο μεσολαβητής καλεί τα μέρη σε κοινές συζητήσεις, προβαίνει σε κατ” ιδίαν ακρόαση των μερών επί των αιτιολογημένων προτάσεων και αντιπροτάσεων τους για την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας, που καταχωρούνται συνοπτικά σε Πρακτικό Μεσολάβησης, εξετάζει την οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά και προβαίνει σε εξέταση προσώπων και σε οποιαδήποτε έρευνα σχετική με τους όρους εργασίας, συνεπικουρούμενος από έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες της επιλογής του.»

2. Το εδάφιο α) της παραγράφου 6 του άρθρου 15 του Ν. 1876/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 του Ν.3899/2010 (ΦΕΚ Α 212 17.12.2010) αντικαθίσταται ως εξής:
«6. α) Αν τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) εργάσιμων ημερών από την επομένη της ημέρας ανάληψης των καθηκόντων του μεσολαβητή, προθεσμία η όποια δύναται να παραταθεί με συμφωνία των μερών, ο μεσολαβητής κοινοποιεί στα μέρη αιτιολογημένη πρόταση μεσολάβησης. Στην πρόταση μεσολάβησης αναφέρονται : i) τα μέρη που θα δεσμεύονται από την προτεινόμενη συλλογική σύμβαση εργασίας και οι εκπρόσωποι αυτών που μετείχαν στη διαδικασία μεσολάβησης, ii) ο τρόπος προσφυγής στη μεσολάβηση, iii) τα θέματα που τέθηκαν σε διαπραγμάτευση στη διαδικασία μεσολάβησης, iv) τα στοιχεία, υπομνήματα κλπ με τα οποία τα μέρη τεκμηρίωσαν τις προτάσεις και αντιπροτάσεις τους, v) τα ζητήματα στα οποία επήλθε συμφωνία, vi) τα ζητήματα στα οποία διατηρήθηκε η διαφωνία και επί των οποίων αιτιολογεί την ουσιαστική κρίση της πρότασης του κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 6 του άρθρου 16 του παρόντος και viii) ρητή διατύπωση όλων των όρων της προτεινομένης συλλογικής σύμβασης εργασίας, χωρίς παραπομπές σε άλλες ρυθμίσεις.».

3. Το άρθρο 16 ν. 1876/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 ν. 3899/2010, και τροποποιήθηκε με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 της με αριθμό 6 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου της 28-2-2012 (ΦΕΚ Α 38/28-2-2012), που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α 28 14.2.2012), αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 16 Διαιτησία (Πρώτος Βαθμός)
1. Η προσφυγή στη Διαιτησία μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο των διαπραγματεύσεων με συμφωνία των μερών.
2. Είναι δυνατή η προσφυγή στη διαιτησία μονομερώς στις εξής περιπτώσεις: α) από οποιοδήποτε μέρος, εφόσον το άλλο μέρος αρνήθηκε τη μεσολάβηση, β) από οποιοδήποτε μέρος μετά τη υποβολή της πρότασης μεσολάβησης.
3. Η διαιτησία διεξάγεται από έναν διαιτητή ή από Τριμελή Επιτροπή Διαιτησίας, αν το ζητήσει ένα εκ των μερών. Στην περίπτωση μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού του άρθρου, διεξάγεται από Τριμελή Επιτροπή Διαιτησίας.
4. Ο διαιτητής ή οι διαιτητές της Τριμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, ο ορισμός ενός εκ των διαιτητών ως προέδρου της Επιτροπής καθώς και οι αναπληρωτές τους, επιλέγονται με συμφωνία των μερών από τον κατάλογο διαιτητών του Ο.ΜΕ.Δ και σε περίπτωση ασυμφωνίας με κλήρωση. Εντός σαράντα οκτώ ωρών από την προσφυγή στη διαιτησία, η αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ. καλεί τα μέρη να προσέλθουν σε καθορισμένο τόπο και ώρα για την επιλογή διαιτητή ή Επιτροπής Διαιτησίας και του προέδρου της, καθώς και των αναπληρωτών τους. Η επιλογή ή η κλήρωση διεξάγεται ενώπιον του προέδρου του Ο.ΜΕ.Δ. ή του οριζομένου από αυτόν εκπροσώπου του. Κάθε μέρος έχει το δικαίωμα να εκφράσει μια φορά άρνηση για το κληρωθέν πρόσωπο. Ο διαιτητής και η Τριμελής Επιτροπή Διαιτησίας οφείλουν να αναλάβουν τα καθήκοντα τους εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τον ορισμό τους.
5. Ο διαιτητής και η Επιτροπή Διαιτησίας έχουν τα ίδια δικαιώματα με τον μεσολαβητή. Μελετούν όλα τα στοιχεία και πορίσματα, που συγκεντρώθηκαν στο στάδιο της μεσολάβησης και τα πρόσθετα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την διαδικασία της διαιτησίας και κυρίως τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία, την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων της παραγωγικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά, την πρόοδο στην μείωση του κενού ανταγωνιστικότητας και στην μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας.
6. Η διαιτητική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και τεκμηριωμένη αιτιολογία σχετικά με τους όρους που τίθενται σε αυτή και οι οποίοι δεν μπορούν να έρχονται σε αντίθεση ή να τροποποιούν προβλέψεις της κείμενης νομοθεσίας. Στην διαιτητική απόφαση διατυπώνονται ρητώς όλοι οι κανονιστικοί όροι. Κανονιστικοί όροι άλλων συλλογικών ρυθμίσεων ισχύουν μόνον εφόσον το περιεχόμενο τους έχει περιληφθεί ρητά στην διαιτητική απόφαση. Η πληρότητα της αιτιολογίας ελέγχεται δικαστικά σύμφωνα με το άρθρο 16Β του παρόντος.
7. Η διαιτητική απόφαση εκδίδεται σε δέκα πέντε ημέρες από την ανάληψη των καθηκόντων του διαιτητή ή της Επιτροπής Διαιτησίας, αν προηγήθηκε μεσολάβηση, και σε διάστημα τριάντα πέντε ημερών, αν δεν προηγήθηκε. Η απόφαση της Επιτροπής Διαιτησίας λαμβάνεται ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία. Η διαιτητική απόφαση κοινοποιείται από την αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ εντός πέντε ημερών από εκδόσεως της στα δεσμευόμενα από αυτή μέρη.
8. Η απόφαση της διαιτησίας εξομοιώνεται με συλλογική σύμβαση εργασίας και ισχύει από την επομένη της υποβολής της αίτησης για μεσολάβηση, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
9. Στις περιπτώσεις προσφυγής στη διαιτησία αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας για διάστημα δέκα ημερών από την ημέρα προσφυγής.

4. Μετά το άρθρου 16 ν. 1876/1990 προστίθενται άρθρα 16Α και 16Β ως εξής:

α.«Άρθρο 16 Α
Έφεση κατά απόφασης διαιτησίας (Δεύτερος Βαθμός)
1. Κατά της απόφασης του διαιτητή ή της Τριμελούς Επιτροπής Διαιτησίας οποιοδήποτε από τα μέρη μπορεί να ασκήσει έφεση, που κατατίθεται στη γραμματεία του Ο.ΜΕ.Δ.. Η προθεσμία της έφεσης είναι δέκα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης. Η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα διαρκεί έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της έφεσης.
2. Η έφεση εξετάζεται από Δευτεροβάθμια Πενταμελή Επιτροπή Διαιτησίας που απαρτίζεται από:
α) Δύο μέλη που προέρχονται από τον κατάλογο των διαιτητών του Ο.ΜΕ.Δ. και
β) ένα Σύμβουλο του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ένα Αρεοπαγίτη οι οποίοι επιλέγονται με τους αναπληρωτές τους από το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για θητεία ενός έτους και ένα Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος επιλέγεται με τον αναπληρωτή του από την Ολομέλεια αυτού για θητεία ενός έτους.Τα μέλη αυτά, όπως και οι διαιτητές, απολαμβάνουν πλήρους ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
3. Η αμοιβή των μελών της Δευτεροβάθμιας Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας καθορίζεται με τον Κανονισμό Αμοιβών του Ο.ΜΕ.Δ., ο οποίος εκδίδεται κατά τη διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 1876/1990.
4. Η ανάδειξη των μελών της Δευτεροβάθμιας Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, που θα επιληφθεί συγκεκριμένης έφεσης, εφ” όσον δεν πρόκειται για τα πρόσωπα της περίπτωσης β της παραγράφου 2, γίνεται με κλήρωση, σύμφωνα με την διαδικασία της παραγράφου 4 άρθρου 16 αυτού του νόμου και προεδρεύει ο εκάστοτε αρχαιότερος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου.
5. Στη διαδικασία ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας και για την απόφαση, που θα εκδοθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 5, 6 και 8 του άρθρου 16, όπως ισχύει. Η απόφαση εκδίδεται με βάση τα στοιχεία, που προσκομίστηκαν στον πρώτο βαθμό διαιτησίας.
6. Η Διαιτητική απόφαση εκδίδεται εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Διαιτησίας, ομόφωνα ή κατά πλειοψηφία και κοινοποιείται από την αρμόδια υπηρεσία του Ο.ΜΕ.Δ εντός πέντε ημερών από εκδόσεως της στα δεσμευόμενα από αυτή μέρη.

β.«Άρθρο 16 Β
Δικαστικός έλεγχος των διαιτητικών αποφάσεων
1. Σε περίπτωση που δεν ασκηθεί έφεση, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16Α, κατά απόφασης διαιτησίας που εκδόθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 16, τα μέρη, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την πάροδο της προθεσμίας εφέσεως του άρθρου 16Α, μπορούν να ασκήσουν αγωγή περί του κύρους αυτής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 16 στοιχείο 5 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η αγωγή αυτή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 του ίδιου Κώδικα. Η σχετική αγωγή εγείρεται από συμμετέχοντα στη συλλογική διαφορά μέρη, η δε εκδοθησομένη απόφαση ισχύει για όλα τα δεσμευόμενα από τη διαιτητική απόφαση μέρη. Η δικάσιμος ορίζεται εντός σαράντα πέντε ημερών από την κατάθεση της αγωγή, ανεξάρτητα από των αριθμό των υποθέσεων της δικασίμου. Η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκείται εντός δεκαπέντε ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης. Η δικάσιμος της έφεσης ορίζεται εντός τριάντα ημερών από την άσκησή της. Η προθεσμία κλήτευσης είναι δεκαπέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση.
2. Σε περίπτωση που ασκηθεί έφεση ενώπιον της Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, κατά απόφασης διαιτησίας η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16 τα μέρη, μπορούν να ασκήσουν αγωγή περί του κύρους αυτής, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης της Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας, ενώπιον του Εφετείου. Η αγωγή αυτή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η σχετική αγωγή εγείρεται από συμμετέχοντα στη συλλογική διαφορά μέρη, η δε εκδοθησομένη απόφαση ισχύει για όλα τα δεσμευόμενα από την τελική διαιτητική απόφαση μέρη. Η δικάσιμος ορίζεται εντός σαράντα πέντε ημερών από την κατάθεση της αγωγής, ανεξάρτητα τον αριθμό των υποθέσεων της δικασίμου. Στην περίπτωση αυτή το Εφετείο μπορεί να κρίνει και το κύρος της απόφασης διαιτησίας που εκδόθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 16.»

5. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 της ΠΥΣ 6/2012 (ΦΕΚ Α38 28.2.2012), που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α 28 14.2.2012), καταργείται.

6. Η ισχύς του παρόντος άρχεται από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Για τυχόν προσφυγές που έχουν κατατεθεί στον Ο.ΜΕ.Δ και μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί απόφαση διαιτησίας εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο. Το ίδιο ισχύει για αποφάσεις διαιτησίας που έχουν κοινοποιηθεί στα μέρη μετά την δημοσίευση της υπ” αρ. 2307/2014 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ. Στις υποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου, η προθεσμία προς άσκηση έφεσης ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Πενταμελούς Επιτροπής Διαιτησίας αρχίζει δέκα ημέρες από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Официален блог на WebEKM EKM очаквайте сайта онлайн скоро.

Download Free Templates http://bigtheme.net/ free full Wordpress, Joomla, Mgento - premium themes.

Copyright © 2014 Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος abss.gr | Λογιστικές Υπηρεσίες Δράμα